Οι Grinderman μεταδίδουν διαφορετική ενέργεια από τους Bad Seeds

Τζιμ Σκλαβούνος (Nick Cave and the Bad Seeds & Grinderman) – Εμείς είμαστε μουσικοί με διαφορετικά ενδιαφέροντα

Grinderman

Μετά από πολλά χρόνια ηγετικό μέλος του συγκροτήματος που τον ανέδειξε, των  Bad Seeds, ο Νικ Κέιβ αποφασίζει, μαζί με το επι χρόνια ανώνυμο (και με πολύ λίγες παρουσίες) σόλο συγκρότημα του, να δημιουργήσει πιο συγκεκριμένο πρότζεκτ, το οποίο θα έχει διαφορετική προσέγγιση και θα εισάγει ήχους και προσεγγίσεις τους οποίους οι Bad Seeds δεν είχαν δυνατότητα να εντάξουν στη δουλειά τους. Αποτέλεσμα αυτού είναι οι  Grinderman, συγκρότημα με δυνατή μουσική, η οποία διασκεδάζει αλλά και σοκάρει με την ευθύτητά της, την σκληρότητα και τη βιαιότητά της. Οι Grinderman είναι στην ουσία μέλη της αρχικής σύνθεσης των Bad Seeds. Είναι οι Ουόρεν Έλις, Μάρτιν Κέισι και Τζιμ Σκλαβούνος. Αυτή η δυνατή πανκ μπλουζ έκρηξη, έφερε τον Κέιβ και πάλι κοντά σε αυτό που είχε αφήσει στο παρελθόν, στον ,,εκτός νόμου,, μη εξευγενισμένο ήχο και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι αντικατέστησε το πιάνο με την ηλεκτρική κιθάρα. Οι δύο εκδόσεις στούντιο, μια χούφτα σίνγκλς και οι θαυμάσιες συναυλίες, αποδεικνύουν ότι το συγκρότημα έχει διαφορετική, πιο σοβαρή προσέγγιση προς το πρότζεκτ αυτό. Για το πώς ηχεί η μουσική του, δόθηκε παράδειγμα στο δωδέκατο φεστιβάλ Έγκζιτ, όπου η παράστασή τους ήταν μιά από τις καλύτερες που έχει ως σήμερα δει το φεστιβάλ.

Ο Τζιμ Σκλαβούνος είναι μέλος των Bad Seeds από το 1994, και το πλούσιο βιογραφικό του περιέχει συμμετοχή και συνεργασία με διάφορα noise συγκροτήματα, μεταξύ των οποίων τα γνωστότερα είναι οι Teenage Jesus and the Jerks της Λίντια Λιντς την εποχή της No Wave σκηνής στη Νέα Υόρκη, όπως και τα cult συγκροτήματα Sonic Youth και the Cramps. Μετά το τέλος της περιοδείας στην Αυστραλία το Δεκέμβριο του 2011, ο Κέιβ ανακοίνωσε το κλείσιμο αυτού του συγκροτήματος/ πρότζεκτ, τουλάχιστον σε ότι αφορά την εγγραφή υλικού στούντιο, αλλά δεν απέκλεισε τη δυνατότητα για κάποια παραπέρα επανασυγκέντρωση για συναυλία. Επόμενη κίνησή τους αποτελεί ένα νέο άλμπουμ των Bad Seeds, οι οποίοι βρίσκονται σε νέα φάση μετά την αναχώρηση του μοναδικού εναπομείναντα μουσικού, γνήσιου μέλος της αρχικής σύνθεσης, του Μικ Χάρβι.

Το συγκρότημα Grinderman αποτελείται από μέλη των γνωστών Bad Seeds. Τί είναι αυτό που κάνει τους Grinderman διαφορετικούς από τους Bad Seeds;

– Σε ότι αφορά τον ήχο αυτής της ομάδας ανθρώπων, μπορείτε να εμπιστευτείτε τα αυτιά σας. Εάν σας ηχεί διαφορετικά, τότε είναι διαφορετικό, αλλά εάν δεν σας ηχεί διαφορετικά, τότε δεν έχω κάτι να σας πω εκτός το να προσπαθήσετε να το ακούσετε διαφορετικά. Στην ουσία, αυτός ήταν και ο σκοπός της όλης προσπάθειας, να δημιουργήσουμε δύο διαφορετικούς τύπους συγκροτημάτων, επειδή είμαστε μουσικοί με διαφορετικά ενδιαφέροντα και θέλαμε να εκφράσουμε αυτά τα διαφορετικά ενδιαφέροντα. Ένα συγκρότημα δεν μπορούσε να το καταφέρει όλο αυτό. Μέχρι εκείνη την στιγμή, οι  Bad Seeds ήδη υπήρχαν περισσότερα χρόνια και είχαν περάσει μέσα από πολλές διάφορες φάσεις, αλλά υπήρχαν μέσα τους μέθοδοι εργασίας οι οποίες βασίζονταν σε εργασιακές συνήθειες και σχέδια, ενώ με τους Grinderman θέλαμε να αποτάξουμε όλες εκείνες τις συνήθειες και τα σχέδια και να αναγκάσουμε τους εαυτούς μας να εργαστούμε με διαφορετικό τρόπο. Όλα αυτά για να δούμε τί θα προκύψει από μια τέτοια προσέγγιση. Λόγω αυτού, όταν μπήκαμε στο στούντιο, δεν είχαμε σκεφτεί ότι οι Grinderman θα είναι κάτι το ιδιαίτερο, αλλά απλά εξελίχθηκε με αυτόν τον τρόπο. Επίσης, επί πολλά χρόνια είμαστε μέλη του σόλο συγκροτήματος του Νικ Κέιβ και μ΄αυτό άρχισε να εμφανίζεται αυτός ο ημι-γκαράζ, ημι-ψυχοδελικός ήχος. Έπειτα, ο Νικ και ο Ουόρεν δούλεψαν στη μουσική περισσότερων ταινιών και έτσι πειραματίζονταν με βρόχους και άλλα πράγματα και έτσι η ιδέα για συνδυασμό αυτών των δύο πραγμάτων γεννήθηκε και η ιδέα αυτοσχεδίασης μας απομάκρυνε από το να κάνουμε τραγούδια. Μέχρι που να μπούμε στο στούντιο και να αρχίσουμε να αυτοσχεδιάζουμε, δεν γνωρίζαμε τί θα συμβεί. Δεν ξέραμε ότι ακόμη και άλμπουμ θα μπορέσουμε να κάνουμε. Την περίοδο που τελειώσαμε το πρώτο άλμπουμ, σκεφτήκαμε να κάνουμε ακόμα ένα επειδή στ΄αλήθεια είμασταν πολύ ικανοποιημένοι από τα αποτελέσματα.

Δηλαδή η ενέργεια και η συνάρπαση του πρώτου, σας ώθησε να δημιουργήσετε και το δεύτερο;

– Για το δεύτερο χρειαστήκαμε περισσότερο χρόνο. Όταν έχετε δύο συγκροτήματα και όταν προσπαθείτε να διατηρήσετε και τα δύο ενεργά, είναι δύσκολο, ενώ τα πράγματα γίνονται λιγάκι μπερδεμένα εάν δεν καλύπτονται μεταξύ τους αρκετά. Το επόμενο που κάναμε ήταν να ξεκινήσουμε περιοδεία με το συγκρότημα αυτό, αντί να το παρατήσουμε. Όλοι μας έχουμε και προσωπικά πρότζεκτ. Ο Νικ και ο Ουόρεν δραστηριοποιούνται και στη μουσική ταινιών, ο Μάρτιν Κέισι δούλευε με τους The Triffids, εγώ ασχολούμουν με παραγωγή άλλων συγκροτημάτων και ρεμίξ, ενώ όταν δεν εργαζόμασταν, επικεντρωνόμασταν λιγάκι και στους Grinderman και έπειτα στους Bad Seeds και αντίστροφα.

Εάν ληφθεί υπόψη η ιδέα διαφορετικής προσέγγισης προς τη δουλειά με αυτό το συγκρότημα και αυτοσχεδιαστική προσέγγιση, πόσο είστε ικανοποιημένοι από το τελικό αποτέλεσμα των δύο εκδόσεων;

– Πιστεύω ότι γενικά είμαστε ικανοποιημένοι, αν και έχουμε μια λεπτή γραμμή συνεχούς μη ικανοποίησης, η οποία οδεύει κάτω από όλο αυτό, επειδή πάντα βλέπουμε προς την επόμενη δουλειά την οποία πρέπει να κάνουμε, στην ουσία τί μπορούμε να κάνουμε με διαφορετικό τρόπο. Δεν μπορούμε να καθόμαστε ήσυχοι και αυτό ιδιαίτερα ισχύει για το Νικ, ο οποίος συνεχώς πιέζει και ερευνά τί έχει γίνει ως σήμερα και πάντοτε είναι έτοιμος να συνεχίσει παραπέρα. Είναι πολύ καλό που μας κινεί με τον τρόπο αυτόν. Για μας ποτέ δεν μπορείς να πεις ότι είμαστε τελείως ικανοποιημένοι με αυτό που κάναμε, είμαστε όμως αρκετά ευχαριστημένοι με τα δύο άλμπουμ. Ηχούν διαφορετικά το ένα με το άλλο, αλλά είναι ορατή μια κοινή γραμμή η οποία τα διέπει. Το πρώτο έχει ευθύτητα, εισχωρεί στο πρόσωπό σας και αντιπροσωπεύει αυτό που είμαστε, με έναν απλό τρόπο. Το δεύτερο είναι ευρύτερο και περισσότερο αντιφατικό με περισσότερη ατμόσφαιρα, περισσότερες ψυχοδελικές υφές. Κάποια θέματα είναι περισσότερο αφηρημένα, όπως είναι για παράδειγμα το Evil ή το Worm Tamer. Μερικές φορές δουλεύουμε πάνω σ΄αυτό που δημιουργήσαμε στο στούντιο, όπως έγινε με το  Bellringer Blues.   Αυτό που το τμήμα ρυθμού και ο Ουόρεν κάνουμε σε εκείνο το θέμα, είναι αυτό που κάναμε κυρίως και στο πρώτο άλμπουμ – αυτοσχεδιασμοί πάνω στους οποίους εγγράφηκαν τμήματα, χωρίς επιπρόσθετες αλλαγές. Κάποια νούμερα, όπως το Evil και το Worm Tamer τα δημιουργούσαμε στρώμα με στρώμα. Αυτοί αποτελούν τρόπους εργασίας με τους οποίους κάποτε ο Νικ εργαζόταν, τις πρώτες περιόδους των Bad Seeds, συμπεριλαμβάνοντας το άλμπουμ Tender Prеy. Δηλαδή χρησιμοποιούσαμε πολλές μεθόδους, συμπεριλαμβάνοντας και ζωντανές συναυλίες, όπως και αυτοσχεδιασμούς.

Ενδιαφέρον για τους Grinderman είναι και η φιλική συμμετοχή του cult κιθαρίστα Ρόμπερτ Φριπ των  King Crimson, στο τραγούσι Heaten Child.

– Είμαστε μεγάλοι φανς ενός τραγουδιού του πρώτου άλμπουμ του Μπάιαν Ένο, του Baby”s On Fire, όπου ο Φριπ παίζει ένα τρελό σόλο και θέλαμε να έχουμε κάτι παρόμοιο. Ο Φριπ έκανε πολλά πράγματα και εδώ και πολύ καιρό δεν βρίσκεται σε εκείνη τη φάση, αλλά ο Νικ τον έπεισε και τον ώθησε να κάνει κάτι σχετικό με εκείνο το πνεύμα. Στην ουσία, αυτό αποτελεί την αγαπημένη μου εκδοχή του τραγουδιού. Η θετική πλευρά των ρεμίξ είναι η διαφορετική προσέγγιση του κόσμου προς αυτά. Μερικές φορές αυτό βρίσκεται πολύ κοντά στο γνήσιο, ενώ κάποιες φορές είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό. Με ένα συγκρότημα κάναμε dubstep εκδοχή του Evil. Το μέλος του συγκροτήματος The Horrors, Φέρις, έκανε θαυμάσιο ρεμίξ του When My Baby Comes. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που  κάναμε ρεμίξ, και το αποτέλεσμα ήταν τα ρεμίξ αυτά να γίνουν ενδιαφέροντα και συναρπαστικά, δίνοντας διαφορετική διάσταση στα τραγούδια. Επίσης, τα βίντεο ήταν κάτι το ξεχωριστό, ιδιαίτερα αυτό του Heaten Child. Πολλές από τις δευτερεύουσες δραστηριότητες που συνδέονται με το άλμπουμ, όπως η σχεδίαση του εξώφυλλου, τα βίντεο κλιπ και τα ρεμίξ, βοήθησαν το ίδιο το άλμπουμ με τρόπο που ποτέ μας δεν περιμέναμε. Τα κλιπ ήταν διαφορετικά και παράξενα και βοήθησαν επειδή παρουσίαζαν ιστορία για την οποία δεν είμασταν καν συνειδητοποιημένοι ότι υπάρχει στα τραγούδια, στους στίχους.

Εμένα μου θύμησαν ταινίες β΄κλάσης της δεκαετίας του ΄80, όπως εκείνες του Τζων Κάρπεντερ.

– Ακριβώς. Τα βίντεο κλιπ βασίστηκαν σε εκείνες τις ταινίες.

Ήταν εύκολο τη μαγεία των συναντήσεων στο στούντιο να τη μεταφέρετε σε ζωντανές συναυλίες;

– Προσπαθούμε να διατηρούμε τα πράγματα φρέσκα και σε ότι αφορά εμένα, προσπαθώ πάντοτε να έχω αυτοσχεδιαστική προσέγγιση στη μουσική, όσο αυτό είναι δυνατό, με ορισμένες κατευθύνσεις. Με αυτό το συγκρότημα και αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε, δεν είναι δυνατό να αυτοσχεδιάζουμε επί 20 λεπτά, επειδή στο τέλος δεν θα έχουμε το χρόνο να παίξουμε τα υπόλοιπα τραγούδια. Σε ότι αφορά τα ίδια τα τραγούδια, το εσωτερικό τους, προσπαθούμε τα πράγματα να έρχονται αυθόρμητα. Εγώ σίγουρα δεν παίζω με τον ίδιο τρόπο κάθε βράδι. Όταν πλέον το ανέφερα αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι υπάρχει μεγάλη συνέχεια και όλα στηρίζονται από το μπάσο του Μάρτιν. Αυτό αποτελεί το σκληρό πυρήνα, γύρω από τον οποίο όλοι εμείς ταλαντευόμαστε.

Ποιά είναι η ισορροπία μεταξύ των Grinderman και των Bad Seeds εάν ληφθεί υπόψη ότι λόγος γίνεται για ίδια μέλη. Μήπως οι Grinderman σε κάποιο βαθμό ,,φρενάρουν,, τους Bad Seeds;

– Το μοναδικό εμπόδιο είναι ότι αφορά το χρόνο, σίγουρα όμως αυτό δεν συμβαίνει σε ότι αφορά τη δημιουργικότητα. Το ένα ωθεί το άλλο. Το επόμενο άλμπουμ των Bad Seeds θα αποτελεί συνέχεια και αντίδραση του δεύτερου άλμπουμ των Grinderman, με τον ίδιο τρόπο που το Dig Lazarus Dig ήταν συνέχεια και αντίδραση του πρώτου άλμπουμ των Grinderman.  Το πρώτο άλμπουμ των Grinderman αποτελούσε συνέχεια και αντίδραση κάτι άλλου. Επειδή πρόκειται για τα ίδια άτομα, υπάρχει μια συνέχεια και επειδή θέλαμε να δημιουργήσουμε κάτι το διαφορετικό και είμαστε διαφορετικό συγκρότημα, με διαφορετικούς μουσικούς στόχους, το επόμενο θα είναι αντίδραση όλου αυτού. Δεν πρόκειται όμως να χαλάσει ή εμποδίσει το συγκρότημα.  Η μοναδική παρεμπόδιση είναι ότι δεν υπάρχει αρκετός χρόνος σε μια μέρα ή δεν υπάρχουν αρκετές μέρες στο χρόνο για να κάνουμε άλμπουμ και με τους Grinderman και με τους Bad Seeds, όπως και για τα παρουσιάσουμε σε περιοδείες. Αυτές οι τουρνέ προσφέρουν περισσότερη ευχαρίστηση επειδή παίζονται τα τραγούδια με διαφορετικό τρόπο από ότι αυτόν του στούντιο και εκφράζονται οι αρχικές ιδέες που είχαμε.

Κατά κάποιο τρόπο, η αναχώρηση του Μικ Χάρβι από τους Bad Seeds άφησε σημάδια στο συγκρότημα αυτό. Ήταν ο τελευταίος από την αρχική σύνθεση του συγκροτήματος και ένα από τα γνωστότερα πρόσωπα εκτός από τον Κέιβ. Παρόλο που ο κόσμος έχει την τάση να σας βλέπει ως ο Νικ Κέιβ και οι υπόλοιποι, ένα συγκρότημα είναι ένα συγκρότημα.

– Ναι, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις ο κόσμος μας βλέπει με τον τρόπο αυτό, τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Με την αναχώρηση του Μικ άλλαξαν τα πράγματα, για μια ακόμη φορά. Το συγκρότημα έχει περάσει πλέον μέσα από πολλές αλλαγές. Ο Μικ ήταν ο τελευταίος της αρχικής γνήσιας σύνθεσης, μαζί με τον Νικ. Πιστεύω ότι εκείνος εδώ και πολύ καιρό ήθελε να φύγει και ότι απλά αισθανόταν την ανάγκη να παραμείνει ακόμη λίγο. Τώρα έφυγε και εμείς συνεχίζουμε παραπέρα. Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε τί θα προκύψει από αυτό, αλλά οι Bad Seeds έχουν περάσει από πολλές φάσεις και αυτό προϋποθέτω θα αποτελέσει νέο κεφάλαιο στην ιστορία τους.

Nenad Georgievski